Κορινθόραμα

ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ

Λύσιππος
Λύσιππος
O περιώνυμος άγνωστος
Aντίγραφο χάλκινου έργου του Λυσίππου. Ο Αλέξανδρος έφιππος ενώ διαπερνά με το δόρυ του τον αντίπαλο του. (Αρχαιολογικό Μουσείο Φλωρεντίας.

Η αρχαία Σικυώνα, παρά τη λάμψη που εκπέμπει η τέχνη του χρυσού αιώνα των Αθηνών, διατηρεί το γόητρο φημισμένης πόλεως, όπου ακμάζουν τα γράμματα και οι τέχνες, ιδιαίτερα δε η ζωγραφική και η γλυπτική που ανθούσαν εκεί ήδη από τους αρχαϊκούς χρόνους (7ος-6ος π.Χ. αιώνας) και αργότερα μέχρι και τον 3ο π.Χ. αιώνα.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι στην περίφημη Σικυώνια σχολή συγκαταριθμούνται από τους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς περισσότεροι από πενήντα επώνυμοι Σικυώνιοι ζωγράφοι και γλύπτες, με κορυφαίους τον ζωγράφο Εύπομπο και το γλύπτη Λύσιππο ο οποίος συγκαταλέγεται μεταξύ των 5 ή 6 μεγίστων της αρχαιότητας. Είναι μάλιστα κατά χρονολογική σειρά ο τελευταίος των μεγάλων μυστών της θείας τέχνης οι οποίοι έφεραν την ελληνική γλυπτική στο απόγειο της καλλιτεχνικής τελειότητας: Φειδίας, Μύρων, Πολύκλειτος, Πραξιτέλης, Σκόπας, Λύσιππος.

Οι ειδήσεις για τη ζωή και το έργο του Λυσίππου φθάνουν μάλλον ασαφείς σε μας, από δευτερογενείς πηγές και κυρίως από τον Πλούταρχο, τον Αρριανό, τον Πλίνιο και άλλους συγγραφείς του αρχαίου εγκυκλοπαιδισμού. Το βέβαιο είναι, και σ' αυτό συμφωνούν όλοι, ότι γεννήθηκε στη Σικυώνα στις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα και πέθανε σε βαθιά γεράματα στο τέλος περίπου του αιώνα αυτού.

Σύμφωνα με τις πηγές, γλύπτης είναι και ο νεότερος αδελφός του ο Λυσίστρατος, ενώ τρία από τα παιδιά του, ο Βοΐδας, ο Δάιππος και ο Ευθυκράτης που ήταν και μαθητές του, έγιναν σπουδαίοι γλύπτες.

Ο Τατιανός (2ος μ.Χ. αι.), πηγή μάλλον αμφίβολης αξιοπιστίας, στο "Προς Έλληνας" μας πληροφορεί ότι σύντροφός του ήταν η διάσημη Σικυώνια ποιήτρια Πράξιλλα, της οποίας φιλοτέχνησε και περίτεχνο ορειχάλκινο άγαλμα, που μαρμάρινο αντίγραφό του βρίσκεται σήμερα στο Βερολίνο. Η Πράξιλλα ήταν μία από τις εννέα σπουδαιότερες ποιήτριες της αρχαιότητας, η τέταρτη του Αλεξανδρινού κανόνα που χαρακτηρίστηκαν "Λυρικαί Μούσαι".

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Λύσιππος, ενώ ξεκίνησε ως απλός χαλκιάς, εξελίχτηκε σε μέγα χαλκοπλάστη ανδριαντοποιό και δημιούργησε σ' ολόκληρο το δεύτερο μισό του τέταρτου αιώνα.

Με τον Αθηναίο Φειδία και τον επίσης Σικυώνιο και μετέπειτα Αργείο Πολύκλειτο θεωρούνται ως οι τρεις μεγαλύτεροι γλύπτες της αρχαίας Ελλάδας. Κατά πολύ νεότερος από τους δύο άλλους ο Λύσιππος δημιουργεί κυρίως στη Σικυώνα αλλά και σε άλλες πόλεις του αρχαίου κόσμου και εκπροσωπεί τη σχολή της χαλκοπλαστικής της ελληνιστικής περιόδου. Από τα εργαστήριά του βγήκαν στο μπρούντζο, που ήταν το αγαπημένο υλικό του καλλιτέχνη, αγάλματα θεών, βασιλέων, ηρώων, αθλητών και άλλων θνητών και ποικίλα συμπλέγματα διαφόρων μορφών.

Γεγονός αναντίρρητο είναι επίσης και το ότι ο Λύσιππος για ένα μεγάλο διάστημα έζησε και δημιούργησε στην αυλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπου και γνωρίστηκε με τον Αριστοτέλη. Τον Αλέξανδρο τον ακολούθησε και στη μεγάλη εκστρατεία, γιατί με ειδικό διάταγμα είχε ορισθεί ο μόνος και αποκλειστικός προσωπογράφος -αδριαντοποιός του Στρατηλάτη, «...όσπερ καί 'Αλέξανδρον μόνος προκριθείς έποίει» λέει χαρακτηριστικά ο Αρριανός. (Αρρ. Αναβ. Α. 16,4)

Για το έργο του, ορόσημο της ελληνιστικής πλαστικής, τον περιλάλητο "Αποξυόμενο", δείγμα της καλλιτεχνικής του ιδιοφυΐας, με τον οποίο έσπασε τον κανόνα του Πολυκλείτου, και του οποίου μαρμάρινο αντίγραφο ρωμαϊκής εποχής βρίσκεται στο μουσείο του Βατικανού, αλλά και για τα άλλα γνωστά και πολυσυζητημένα έργα του μιλούν οι ειδικοί. Εμείς, από την τεράστια εργογραφία του, θα αναφέρουμε εδώ επιγραμματικά μόνο τα έργα εκείνα που οι μαρτυρίες φέρουν ότι είχαν στηθεί στην Κορινθία και την ευρύτερη περιοχή, και αυτά είναι: Στη Σικυώνα ο αλληγορικής μορφής "Καιρός", ο "Δίας", ο "Ηρακλής" και, όπως αναφέραμε ήδη, η Σικυώνια ποιήτρια "Πράξιλλα". Στην Κόρινθο ο "Ποσειδώνας" με το δελφίνι, ο επιλεγόμενος «Ίσθμιος», και ο "Ηρακλής νικητής", που με πολλά άλλα έργα τέχνης μεταφέρθηκε στη Ρώμη από τον Λεύκιο Μόμμιο όταν κατέστρεψε ολοσχερώς την πόλη το 146 πΧ. Σήμερα στο χώρο της αρχαίας αγοράς στην Αρχαία Κόρινθο υπάρχουν μόνο δύο βάσεις αγαλμάτων με την υπογραφή του γλύπτη "ΛΥΣΙΠΠΟΣ ΕΠΟΙΗΣΕΝ". Στο Άργος ο Νέμειος Δίας και ο αναπαυόμενος Ηρακλής, στα Μέγαρα η ομάδα των Μουσών και στην Αλυζία η ομάδα των δώδεκα άθλων του Ηρακλή, που και αυτά εκλάπησαν από κάποιο Ρωμαίο αξιωματούχο και μεταφέρθηκαν στη Ρώμη.

Ο Λύσιππος, που ως γλύπτης στέκεται μεταξύ δύο εποχών, της κλασικής ελληνικής και της ελληνιστικής, υπήρξε ο παραγωγικότερος από όλους τους αρχαίους γλύπτες και, όπως αναφέρει ο Πλίνιος, τα έργα που έπλασε είναι 1500. Η ειρωνεία είναι, και εδώ οφείλω να εξηγήσω το οξύμωρο «περιώνυμος άγνωστος», ότι παρά το τεράστιο έργο του, σπάνια μνημονεύθηκε από τους συγχρόνους του. Ίσως γιατί με τις καινοτομίες και τους νεοτερισμούς που εισήγαγε άλλαξε την τέχνη, και με το νέο σύστημα των αναλογιών που επινόησε έσπασε τους κανόνες των προηγουμένων του, έδωσε ελαφρότητα και ευκινησία στο ανθρώπινο σώμα, δημιούργησε νέο σταθμό στη γλυπτική και, όπως ήταν επόμενο, ήλθε σε σύγκρουση με το καλλιτεχικό κατεστημένο της εποχής του. Γι' αυτό και αγνοήθηκε, όπως άλλωστε κατά κανόνα συμβαίνει με τους πρωτοπόρους.

Να παρατηρήσουμε εδώ ότι και από τους συγχρόνους μας δεν έχει ιδιαίτερα μελετηθεί, γιατί κατά τη γνώμη των ειδικών στην ελληνιστική γλυπτική, της οποίας θεωρείται ο πατέρας, πέφτει ακόμη καταλυτική η λάμψη της τέχνης του χρυσού αιώνα και βαριά η σκιά των δημιουργών της και η σημερινή ελληνική μέση καλλιτεχνική αντίληψη εξακολουθεί να επηρεάζεται από τα πρωτότυπα μαρμάρινα και βεβαίως επώνυμα έργα του Φειδία και των άλλων μεγάλων που προβάλλονται στα μουσεία και σ' αυτά εξαντλείται σχεδόν η ελληνική καλλιτεχνική παιδεία. Αυτός είναι και ο λόγος που η ελληνιστική γλυπτική άρχισε να μελετάται συστηματικά μόλις πριν από μερικές δεκαετίες.

Γι' αυτό, πέρα από τα λήμματα των εγκυκλοπαιδικών λεξικών και κάποια άρθρα σε αρχαιολογικά περιοδικά, δεν υπάρχει στα ελληνικά ούτε ένα βιβλίο για το Λύσιππο. Αντίθετα, από ξένους μελετητές έχουν γραφεί μέχρι τώρα πέντε τουλάχιστον μονογραφίες και πρόσφατα ο κατάλογος με τον τίτλο «LISIPPO, L' ARTE Ε LA FORTUNA» (Λύσιππος, Τέχνη και Τύχη) που εκδόθηκε στη Ρώμη με επιμέλεια και φροντίδα του διάσημου Ιταλού αρχαιολόγου καθηγητή Paolo Moreno, ειδικά για την έκθεση έργων του Λυσίππου που έγινε εκείτο καλοκαίρι του 1995.

Οι ειδικοί λένε ακόμη ότι ο Λύσιππος αδικήθηκε και από το ότι τα έργα του χάθηκαν από διάφορες αιτίες, ιδιαίτερα δε επειδή ήσαν χάλκινα και το πολύτιμο μέταλλο τους στους κατοπινούς χρόνους των πολέμων, των επιδρομών και των λεηλασιών μεταλλάχθηκε σε όπλα, νομίσματα, σκεύη και διάφορα άλλα χρηστικά αντικείμενα. "Ειρήσθω εν παρόδω" ότι οι Ρωμαίοι μετέφεραν στη Ρώμη από τους τόπους που κατέκτησαν τόσα πολλά αγάλματα που λέγεται ότι ήταν ισάριθμα με τους κατοίκους της Ρώμης εκείνης της εποχής. Ο Γάλλος στοχαστής, ιστορικός και κριτικός της Τέχνης Ιππόλυτος Ταιν στο έργο του "Φιλοσοφία της Τέχνης" (Μετάφρ. Αιμ. Χουρμούζιος. Εκδ. Γκοβόστη, σελ. 64) αναφέρει επί λέξει: «Όταν η Ρώμη σύλησε τον Ελληνικό κόσμο, η τεράστια πόλη είχε ολόκληρο λαό αγαλμάτων, σχεδόν ισάριθμο με τον ζώντα πληθυσμό της. Σήμερα, ύστερα από τόσες καταστροφές και τόσους αιώνες, υπολογίζουν ότι ξέθαψαν από τη Ρώμη και τα περί-χωρά της απάνω από 60 χιλιάδες αγάλματα». Η πληροφορία αυτή, όσο κι αν εμπεριέχει το στοιχείο της υπερβολής, φανερώνει την τραγική αλήθεια.

Ωστόσο είναι γνωστό ότι πολλά από τα έργα τέχνης που γλίτωσαν από τους Ρωμαίους αρπάχτηκαν πολύ αργότερα από τους Σταυροφόρους. Όπως εκείνα τα περίφημα τέσσερα άλογα του Ιππόδρομου της Κωνσταντινούπολης που μεταφέρθηκαν στη Βενετία για να στολίζουν επί αιώνες την πρόσοψη του ναού του Αγίου Μάρκου και που η ιταλική παράδοση τα θέλει και αυτά ως έργα του Λυσίππου και τα αναφέρει ακόμη και σήμερα ως "I couatro cavalli di Lysippo" (τα τέσσερα άλογα του Λυσίππου).

Από την τεράστια δημιουργία έργων του Λυσίππου σε Δύση και Ανατολή διασώθηκαν δυστυχώς μόνο μερικά αντίγραφα, ρωμαϊκής κυρίως εποχής και ίσως δυο ή τρία πρωτότυπα που και γι' αυτά υπάρχει από μερικούς αμφισβήτηση. Πρόκειται για τον Πυγμάχο που βρίσκεται στο Μουσείο Θερμών του Καρακάλα στη Ρώμη, για τον Αυτοστεφανούμενο Αθλητή που βρέθηκε το 1961 από Ιταλούς ψαράδες στην Αδριατική και φιλοξενείται στο μουσείο Ζαν Πώλ Γκεττύ στο Μαλι-μπού της Καλιφόρνιας και ίσως τον «έφηβο Αλέξανδρο», ένα μικρό χάλκινο άγαλμα που βρίσκεται στο μουσείο της Πάρμας.

Σε ό,τι ιδιαιτέρως μας αφορά ως Κορίνθιους, ο Λύσιππος έχει αγνοηθεί και από την τοπική μας ιστορία. Και τούτο γιατί η τοπική ιστορία της κάθε περιοχής σπάνια δυστυχώς βρίσκει θέση στα σχολικά προγράμματα. Έτσι κάποιοι περιώνυμοι, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο Λύσιππος της Σικυώνας, παραμένουν σχεδόν άγνωστοι ακόμα και στη γενέτειρά τους.


Σπύρος Κ. Μιχόπουλος

Η ερμαϊκή στήλη Azara που βρέθηκε στο Τίβολι με την προτομή τον Μεγάλου Αλεξάνδρου, έργο που χρονολογείται μεταξύ 330-320π.Χ. (Μουσείο Λούβρου). Ο Λύσιππος υπήρξε ο δημιουργός της δημόσιας εικόνας τον Μεγάλου Αλεξάνδρου. (Φωτογραφία από την Ιστορία του Ελ
Η ερμαϊκή στήλη Azara που βρέθηκε στο Τίβολι με την προτομή τον Μεγάλου Αλεξάνδρου, έργο που χρονολογείται μεταξύ 330-320π.Χ. (Μουσείο Λούβρου). Ο
Ο έρωτας με το τόξο
Ο έρωτας με το τόξο. Μαρμάρινο αντίγραφο τον Λυσίππου με χαρακτηριστικά παιδικού σώματος. Αυτή η μορφή που έδωσε στον θεό έρωτα ο Λύσιππος έ
Αίπυτος logo
ΣΥΝΔΕΣΗ ΧΡΗΣΤΗ

Δεν βρέθηκε συνδεδεμένος χρήστης!
Εισάγετε τα στοιχεία εισόδου για να συνδεθείτε